στόνος
[ˈstonos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
стон, вздох боли
groan, moan of pain · στόνος πόνου — стон боли
2
жалобный звук, вой (ветра и т. п.)
plaintive sound, wail (of wind, etc.) · στόνος του ανέμου — вой ветра
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στόνος
вин.
τον στόνο
род.
του στόνου
зват.
στόνε
Мн. ч.
им.
οι στόνοι
вин.
τους στόνους
род.
των στόνων
зват.
στόνοι
Примеры
Άκουσα τον στόνο του ασθενή από το δωμάτιο.
Я услышал стон больного из комнаты. · I heard the patient's groan from the room.
Οι στόνοι του ανέμου ήταν ανησυχητικοί τη νύχτα.
Вой ветра ночью был тревожным. · The wailing of the wind at night was unsettling.
Ένας βαθύς στόνος ξέφυγε από τα χείλη του.
Глубокий стон вырвался из его уст. · A deep groan escaped his lips.