Греческий словарь
с грамматикой

στόμιο

[ˈstomio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
устье (реки)
mouth (of a river) · το στόμιο του ποταμού — устье реки
2
отверстие, выход
opening, outlet · το στόμιο του σωλήνα — выход трубы

Грамматика

Ед. ч.
им.
το στόμιο
вин.
το στόμιο
род.
του στομίου
зват.
στόμιο
Мн. ч.
им.
τα στόμια
вин.
τα στόμια
род.
των στομίων
зват.
στόμια

Примеры

Το στόμιο του Δούναβη είναι στη Μαύρη Θάλασσα.
Устье Дуная находится в Чёрном море. · The mouth of the Danube is at the Black Sea.
Στο στόμιο του σωλήνα υπάρχει ένας ρυθμιστής.
На выходе трубы есть регулятор. · There is a valve at the pipe's outlet.
Τα στόμια των ποταμών είναι σημαντικά για τη ναυσιπλοΐα.
Устья рек важны для судоходства. · River mouths are important for navigation.