Греческий словарь
с грамматикой

στόλος

[ˈstolos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
флот (военный или торговый)
fleet (naval or merchant) · ο στόλος του ναυτικού — военный флот
2
парадная процессия, кортеж
procession, ceremonial retinue · στόλος του γάμου — свадебный кортеж

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο στόλος
вин.
τον στόλο
род.
του στόλου
зват.
στόλε
Мн. ч.
им.
οι στόλοι
вин.
τους στόλους
род.
των στόλων
зват.
στόλοι

Примеры

Ο ελληνικός στόλος έπλεε προς τα νησιά.
Греческий флот плыл к островам. · The Greek fleet sailed towards the islands.
Οι στόλοι του κόσμου συναντήθηκαν στο λιμάνι.
Флоты мира встретились в гавани. · The fleets of the world met in the harbour.
Τον στόλο του βασιλέα το θαύμαζαν όλοι.
Царский кортеж все восхищались. · Everyone admired the king's retinue.
Του στόλου η δύναμη ήταν αποφασιστική.
Мощь флота была решающей. · The strength of the fleet was decisive.