Греческий словарь
с грамматикой

στρώνω

[ˈstroːno]глаголA2

Значения

1
расстилать, раскладывать (ткань, одеяло и т.п.)
to spread, to lay out (cloth, blanket, etc.) · στρώνω το σεντόνι — расстилаю простыню
2
застилать, покрывать (пол, кровать)
to cover, to make (a bed, a floor) · στρώνω το κρεβάτι — застилаю кровать
3
мощить, выстилать (дорогу, тротуар)
to pave, to surface (a road, pavement) · στρώνουν τον δρόμο — мощат дорогу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στρώνω
εσύ
στρώνεις
αυτός
στρώνει
εμείς
στρώνουμε
εσείς
στρώνετε
αυτοί
στρώνουν
Аорист
εγώ
έστρωσα
εσύ
έστρωσες
αυτός
έστρωσε
εμείς
στρώσαμε
εσείς
στρώσατε
αυτοί
έστρωσαν
Будущее
εγώ
θα στρώσω
εσύ
θα στρώσεις
αυτός
θα στρώσει
εμείς
θα στρώσουμε
εσείς
θα στρώσετε
αυτοί
θα στρώσουν

Примеры

Στρώνω το κρεβάτι κάθε πρωί.
Я застилаю кровать каждое утро. · I make the bed every morning.
Έστρωσε τα σεντόνια στον ήλιο.
Она расстелила простыни на солнце. · She spread the sheets out in the sun.
Θα στρώσουν το δρόμο με ασφάλτ.
Они будут мощить дорогу асфальтом. · They will pave the road with asphalt.
Το πατάρι ήταν στρωμένο με παλιά χαλιά.
Чердак был застлан старыми коврами. · The attic was covered with old carpets.