στροφάλος
[stroˈfalos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
коленчатый вал
crankshaft · στροφάλος του κινητήρα — коленчатый вал двигателя
2
кривой вал, валик с эксцентриком
rotating shaft with an off-centre pin or crank · στροφάλος της τρόμπας — вал насоса
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στροφάλος
вин.
τον στροφάλο
род.
του στροφάλου
зват.
στροφάλε
Мн. ч.
им.
οι στροφάλοι
вин.
τους στροφάλους
род.
των στροφάλων
зват.
στροφάλοι
Примеры
Ο στροφάλος είναι το κύριο εξάρτημα του κινητήρα.
Коленчатый вал — это основной компонент двигателя. · The crankshaft is the main component of the engine.
Αντικατέστησαν τον στροφάλο λόγω ζημιάς.
Они заменили коленчатый вал из-за повреждения. · They replaced the crankshaft due to damage.
Οι στροφάλοι πρέπει να ελέγχονται τακτικά.
Коленчатые валы следует проверять регулярно. · Crankshafts should be inspected regularly.