στροβιλίζω
[stroviˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
вращать, крутить (что-либо) в спирали; закручивать
to spin, to whirl, to twist into a spiral · στροβιλίζω τα χέρια μου — крутить руками
2
вихриться, кружиться (о воздухе, воде)
to swirl, to eddy (of air, water) · το νερό στροβιλίζει — вода вихрится
Грамматика
Настоящее время
εγώ
στροβιλίζω
εσύ
στροβιλίζεις
αυτός
στροβιλίζει
εμείς
στροβιλίζουμε
εσείς
στροβιλίζετε
αυτοί
στροβιλίζουν
Аорист
εγώ
στροβίλισα
εσύ
στροβίλισες
αυτός
στροβίλισε
εμείς
στροβιλίσαμε
εσείς
στροβιλίσατε
αυτοί
στροβίλισαν
Будущее
εγώ
θα στροβιλίσω
εσύ
θα στροβιλίσεις
αυτός
θα στροβιλίσει
εμείς
θα στροβιλίσουμε
εσείς
θα στροβιλίσετε
αυτοί
θα στροβιλίσουν
Примеры
Ο χορευτής στροβιλίζει το σώμα του με κομψότητα.
Танцор грациозно вращает своё тело. · The dancer twirls his body with elegance.
Τα φύλλα στροβιλίζονταν στον αέρα.
Листья кружились в воздухе. · The leaves were swirling in the air.
Στροβίλισε το κρασί στο ποτήρι και μύρισε το άρωμα.
Он закрутил вино в бокале и понюхал аромат. · He swirled the wine in the glass and smelled its aroma.
Το νερό στροβιλίζει γύρω από τη δίνη.
Вода вихрится вокруг водоворота. · The water eddies around the whirlpool.