Греческий словарь
с грамматикой

στρεσσαντικός

[stresandiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
вызывающий стресс, напряжение
causing stress or tension · μια στρεσσαντική κατάσταση — стрессовая ситуация

Грамматика

мужской род
им.
στρεσσαντικός
вин.
στρεσσαντικό
род.
στρεσσαντικού
зват.
στρεσσαντικέ
женский род
им.
στρεσσαντική
вин.
στρεσσαντική
род.
στρεσσαντικής
зват.
στρεσσαντική
средний род
им.
στρεσσαντικό
вин.
στρεσσαντικό
род.
στρεσσαντικού
зват.
στρεσσαντικό

Примеры

Η δουλειά του είναι πολύ στρεσσαντική.
Его работа очень напряженная. · His job is very stressful.
Αυτή η περίοδος ήταν στρεσσαντική για όλους.
Этот период был напряженным для всех. · That period was stressful for everyone.
Τα στρεσσαντικά γεγονότα επηρεάζουν την υγεία μας.
Стрессовые события влияют на наше здоровье. · Stressful events affect our health.