στρατιώτης
[straˈtjoːtis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
солдат
soldier · άνδρας του στρατού — человек в армии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στρατιώτης
вин.
τον στρατιώτη
род.
του στρατιώτη
зват.
στρατιώτη
Мн. ч.
им.
οι στρατιώτες
вин.
τους στρατιώτες
род.
των στρατιωτών
зват.
στρατιώτες
Примеры
Ο στρατιώτης φυλάει το φρούριο.
Солдат охраняет крепость. · The soldier guards the fortress.
Οι στρατιώτες επέστρεψαν από την αποστολή.
Солдаты вернулись из миссии. · The soldiers returned from the mission.
Ήταν στρατιώτης για δέκα χρόνια.
Он был солдатом десять лет. · He was a soldier for ten years.
Θαυμάζω τον κουράγιο του στρατιώτη.
Я восхищаюсь мужеством этого солдата. · I admire this soldier's courage.