στρατιωτικός
[stratioˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
военный, воинский
military, relating to the armed forces · στρατιωτικό πρόσωπο — военный человек
2
воинственный, боевой
warlike, martial, combative · στρατιωτικό πνεύμα — боевой дух
Грамматика
мужской род
им.
στρατιωτικός
вин.
στρατιωτικό
род.
στρατιωτικού
зват.
στρατιωτικέ
женский род
им.
στρατιωτική
вин.
στρατιωτική
род.
στρατιωτικής
зват.
στρατιωτική
средний род
им.
στρατιωτικό
вин.
στρατιωτικό
род.
στρατιωτικού
зват.
στρατιωτικό
Примеры
Οι στρατιωτικές δυνάμεις προστατεύουν τη χώρα.
Военные силы защищают страну. · The military forces protect the country.
Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός αξιωματικός.
Его отец был военным офицером. · His father was a military officer.
Στρατιωτική εκπαίδευση απαιτεί πειθαρχία.
Военная подготовка требует дисциплины. · Military training requires discipline.
Έχει στρατιωτικό χαρακτήρα και δυσκολεύεται να χαλαρώσει.
Он имеет боевой нрав и с трудом может расслабиться. · He has a martial disposition and finds it hard to relax.