στρατηγός
[straˈtiˠos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
военачальник, генерал
general, military commander · ο στρατηγός του στρατού — генерал армии
2
стратег, человек с тактическим мышлением
strategist, person with tactical thinking · είναι καλός στρατηγός — он хороший стратег
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στρατηγός
вин.
τον στρατηγό
род.
του στρατηγού
зват.
στρατηγέ
Мн. ч.
им.
οι στρατηγοί
вин.
τους στρατηγούς
род.
των στρατηγών
зват.
στρατηγοί
Примеры
Ο στρατηγός διέταξε την αποχώρηση των δυνάμεων.
Генерал приказал войскам отступить. · The general ordered the forces to retreat.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μεγάλους στρατηγούς.
Древние греки имели великих полководцев. · Ancient Greeks had great military commanders.
Αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματικός στρατηγός στη ζωή.
Этот человек настоящий стратег в жизни. · This man is a true strategist in life.
Ο στρατηγό, πες μας το σχέδιό σου!
Генерал, расскажи нам свой план! · General, tell us your plan!