Греческий словарь
с грамматикой

στρατεύω

[straˈtevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
служить в армии, быть военнослужащим
to serve in the army, to be a soldier · στρατεύω στο στρατό — служу в армии
2
вести войну, воевать (устаревшее или формальное)
to wage war, to conduct military operations (formal/archaic) · στρατεύω κατά του εχθρού — веду войну против врага

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στρατεύω
εσύ
στρατεύεις
αυτός
στρατεύει
εμείς
στρατεύουμε
εσείς
στρατεύετε
αυτοί
στρατεύουν
Аорист
εγώ
στράτευσα
εσύ
στράτευσες
αυτός
στράτευσε
εμείς
στρατεύσαμε
εσείς
στρατεύσατε
αυτοί
στράτευσαν
Будущее
εγώ
θα στρατεύσω
εσύ
θα στρατεύσεις
αυτός
θα στρατεύσει
εμείς
θα στρατεύσουμε
εσείς
θα στρατεύσετε
αυτοί
θα στρατεύσουν

Примеры

Ο παππούς μου στράτευσε τα χρόνια του πολέμου.
Мой дедушка служил в армии во время войны. · My grandfather served in the army during the war.
Πολλοί νέοι στρατεύουν μετά το σχολείο.
Многие молодые люди служат в армии после школы. · Many young people serve in the military after school.
Θα στρατεύσει στο στρατό του κράτους.
Он будет служить в государственной армии. · He will serve in the state army.