Греческий словарь
с грамматикой

στραγγαλίζω

[straŋɡaˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
душить, удушать
to strangle, to choke · στραγγαλίζει τον εχθρό — душит врага
2
подавлять, угнетать
to suppress, to stifle · στραγγαλίζει την ελευθερία — подавляет свободу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στραγγαλίζω
εσύ
στραγγαλίζεις
αυτός
στραγγαλίζει
εμείς
στραγγαλίζουμε
εσείς
στραγγαλίζετε
αυτοί
στραγγαλίζουν
Аорист
εγώ
στράγγαλισα
εσύ
στράγγαλισες
αυτός
στράγγαλισε
εμείς
στραγγαλίσαμε
εσείς
στραγγαλίσατε
αυτοί
στράγγαλισαν
Будущее
εγώ
θα στραγγαλίσω
εσύ
θα στραγγαλίσεις
αυτός
θα στραγγαλίσει
εμείς
θα στραγγαλίσουμε
εσείς
θα στραγγαλίσετε
αυτοί
θα στραγγαλίσουν

Примеры

Ο δικτάτορας στραγγαλίζει κάθε αντίσταση.
Диктатор подавляет любое сопротивление. · The dictator suppresses all resistance.
Τα χέρια του τον στράγγαλισαν τη νύχτα.
Его руки задушили его ночью. · His hands strangled him that night.
Θα στραγγαλίσουν την οικονομία με φόρους.
Они задушат экономику налогами. · They will strangle the economy with taxes.
Η αγάπη δεν πρέπει να στραγγαλίζεται.
Любовь не должна подавляться. · Love must not be stifled.