Греческий словарь
с грамматикой

στραβώνω

[straˈvono]глаголB1

Значения

1
косить (глаза), смотреть косо
to squint, to look askew · στραβώνει τα μάτια του — он косит глазами
2
коверкать, исказить (речь, текст)
to distort, to garble (words, text) · στραβώνει τα λόγια μας — он искажает наши слова

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στραβώνω
εσύ
στραβώνεις
αυτός
στραβώνει
εμείς
στραβώνουμε
εσείς
στραβώνετε
αυτοί
στραβώνουν
Аорист
εγώ
στράβωσα
εσύ
στράβωσες
αυτός
στράβωσε
εμείς
στραβώσαμε
εσείς
στραβώσατε
αυτοί
στράβωσαν
Будущее
εγώ
θα στραβώσω
εσύ
θα στραβώσεις
αυτός
θα στραβώσει
εμείς
θα στραβώσουμε
εσείς
θα στραβώσετε
αυτοί
θα στραβώσουν

Примеры

Ο παιδάκος στραβώνει τα μάτια του για να κάνει αστείο.
Малыш косит глазами, чтобы посмешить окружающих. · The boy squints to make people laugh.
Μην στραβώνεις τα λόγια μου, αυτό δεν είπα.
Не искажай мои слова, я этого не говорил. · Don't twist my words, that's not what I said.
Στράβωσε τα χείλη του με περιφρόνηση.
Он презрительно скривил губы. · He twisted his lips in contempt.