Греческий словарь
с грамматикой

στρίβω

[ˈstrívo]глаголA2

Значения

1
поворачивать, крутить
to turn, to twist · στρίβω το τιμόνι — поворачиваю руль
2
сворачивать (направо, налево)
to turn (right, left) · στρίβω δεξιά — поворачиваю направо
3
скручивать, сжимать (белье, полотенце)
to wring, to squeeze · στρίβω την πετσέτα — выжимаю полотенце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στρίβω
εσύ
στρίβεις
αυτός
στρίβει
εμείς
στρίβουμε
εσείς
στρίβετε
αυτοί
στρίβουν
Аорист
εγώ
έστριψα
εσύ
έστριψες
αυτός
έστριψε
εμείς
στρίψαμε
εσείς
στρίψατε
αυτοί
έστριψαν
Будущее
εγώ
θα στρίψω
εσύ
θα στρίψεις
αυτός
θα στρίψει
εμείς
θα στρίψουμε
εσείς
θα στρίψετε
αυτοί
θα στρίψουν

Примеры

Στρίψε δεξιά στο επόμενο φανάρι.
Поворачивай направо на следующем светофоре. · Turn right at the next traffic light.
Έστριψα το πορτοκάλι και έπιασα το χυμό.
Я выжал апельсин и поймал сок. · I squeezed the orange and caught the juice.
Στρίβω το τιμόνι προσεκτικά όταν οδηγώ.
Я аккуратно поворачиваю руль при вождении. · I turn the steering wheel carefully when driving.
Θα στρίψουν αριστερά στη γωνία.
Они повернут налево на углу. · They will turn left at the corner.