Греческий словарь
с грамматикой

στοχεύω

[stoˈxevo]глаголB1

Значения

1
целиться, прицеливаться
to aim, to point at a target · στοχεύω στον στόχο — прицеливаюсь в цель
2
стремиться к чему-либо, иметь целью
to aim at, to seek to achieve · στοχεύω στην επιτυχία — стремлюсь к успеху
3
направлять критику, упреки на кого-либо
to direct criticism or remarks at someone · στοχεύω σε κάποιον — направляю критику на кого-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στοχεύω
εσύ
στοχεύεις
αυτός
στοχεύει
εμείς
στοχεύουμε
εσείς
στοχεύετε
αυτοί
στοχεύουν
Аорист
εγώ
στόχευσα
εσύ
στόχευσες
αυτός
στόχευσε
εμείς
στοχεύσαμε
εσείς
στοχεύσατε
αυτοί
στόχευσαν
Будущее
εγώ
θα στοχεύω
εσύ
θα στοχεύεις
αυτός
θα στοχεύει
εμείς
θα στοχεύουμε
εσείς
θα στοχεύετε
αυτοί
θα στοχεύουν

Примеры

Ο σκοπευτής στοχεύει προσεκτικά το στόχο.
Стрелок тщательно прицеливается в мишень. · The marksman carefully aims at the target.
Αυτό το πρόγραμμα στοχεύει στη μείωση της ανεργίας.
Эта программа направлена на снижение безработицы. · This programme aims at reducing unemployment.
Τα σχόλιά του στοχεύουν σε εμένα.
Его замечания направлены на меня. · His remarks are directed at me.
Στόχευσαν όλα τα βέλη προς το κέντρο.
Они направили все стрелы в центр. · They aimed all arrows towards the centre.