στοματικός
[stomaˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
ротовой, относящийся ко рту
oral, relating to the mouth · στοματική υγιεινή — гигиена полости рта
2
устный (как противоположность письменному)
oral, spoken (as opposed to written) · στοματική εξέταση — устный экзамен
Грамматика
мужской род
им.
στοματικός
вин.
στοματικό
род.
στοματικού
зват.
στοματικέ
женский род
им.
στοματική
вин.
στοματική
род.
στοματικής
зват.
στοματική
средний род
им.
στοματικό
вин.
στοματικό
род.
στοματικού
зват.
στοματικό
Примеры
Η στοματική υγιεινή είναι πολύ σημαντική.
Гигиена полости рта очень важна. · Oral hygiene is very important.
Έχει στοματική εξέταση στα μαθηματικά.
У него устный экзамен по математике. · He has an oral exam in mathematics.
Ο στοματικός γιατρός είναι πολύ καλός.
Стоматолог очень хороший. · The dentist is very good.
Πήρε στοματικές οδηγίες από το γιατρό.
Она получила устные инструкции от врача. · She received oral instructions from the doctor.