Греческий словарь
с грамматикой

στομάχι

[stoˈmaxi]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
желудок
stomach · το στομάχι μας — наш желудок
2
живот, брюшко
belly, abdomen · πόνος στο στομάχι — боль в животе

Грамматика

Ед. ч.
им.
το στομάχι
вин.
το στομάχι
род.
του στομάχου
зват.
στομάχι
Мн. ч.
им.
τα στομάχια
вин.
τα στομάχια
род.
των στομαχιών
зват.
στομάχια

Примеры

Έχω πόνο στο στομάχι.
У меня болит желудок. · I have a stomach ache.
Δεν πρέπει να τρώμε με κενό στομάχι.
Не следует есть натощак. · You shouldn't eat on an empty stomach.
Τα στομάχια των παιδιών χρειάζονται καλή διατροφή.
Желудки детей нуждаются в правильном питании. · Children's stomachs need proper nutrition.
Ο γιατρός εξέτασε το στομάχι του ασθενή.
Врач обследовал желудок пациента. · The doctor examined the patient's stomach.