στολισμός
[stoliˈzmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
украшение, декорирование
decoration, adornment · ο στολισμός του σπιτιού — украшение дома
2
убранство, оформление (интерьера, события)
furnishings, arrangement, display · ο χριστουγεννιάτικος στολισμός — рождественское убранство
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στολισμός
вин.
τον στολισμό
род.
του στολισμού
зват.
στολισμέ
Мн. ч.
им.
οι στολισμοί
вин.
τους στολισμούς
род.
των στολισμών
зват.
στολισμοί
Примеры
Ο στολισμός του καταστήματος ήταν πολύ καλός.
Оформление магазина было очень красивым. · The shop's decoration was very nice.
Έκαναν έναν εορταστικό στολισμό για τη γιορτή.
Они создали праздничное убранство к торжеству. · They created a festive arrangement for the celebration.
Τους αρέσει ο χριστουγεννιάτικος στολισμός των δρόμων.
Им нравится рождественское украшение улиц. · They like the Christmas decorations on the streets.