στολίζω
[stoˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
украшать, наряжать (дерево, комнату, человека)
to decorate, to adorn · στολίζω το χριστουγεννιάτικο δέντρο — украшаю рождественскую ёлку
2
оснащать, снабжать (корабль, армию)
to equip, to furnish (a ship, army) · στολίζω τη φρεγάτα με όπλα — оснащаю фрегату оружием
Грамматика
Настоящее время
εγώ
στολίζω
εσύ
στολίζεις
αυτός
στολίζει
εμείς
στολίζουμε
εσείς
στολίζετε
αυτοί
στολίζουν
Аорист
εγώ
στόλισα
εσύ
στόλισες
αυτός
στόλισε
εμείς
στολίσαμε
εσείς
στολίσατε
αυτοί
στόλισαν
Будущее
εγώ
θα στολίσω
εσύ
θα στολίσεις
αυτός
θα στολίσει
εμείς
θα στολίσουμε
εσείς
θα στολίσετε
αυτοί
θα στολίσουν
Примеры
Στόλισαν τη σκηνή με λουλούδια.
Они украсили сцену цветами. · They decorated the stage with flowers.
Η μητέρα στολίζει τη κόρη της για την εκδήλωση.
Мать наряжает свою дочь к мероприятию. · The mother dresses up her daughter for the event.
Θα στολίσουμε το σαλόνι αύριο.
Завтра мы украсим гостиную. · We'll decorate the living room tomorrow.
Ο ναός στολίστηκε με πολυέλαιους.
Храм украсился люстрами. · The temple was adorned with chandeliers.