Греческий словарь
с грамматикой

στοιχειώνω

[stixiˈono]глаголC1

Значения

1
преследовать (как привидение), навещать
to haunt (as a ghost), to visit as a spectre · το φάντασμα στοιχειώνει το σπίτι — привидение преследует дом
2
мучить, беспокоить (перен.)
to trouble, to bother, to haunt (figuratively) · η ιδέα τον στοιχειώνει — эта идея его мучит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στοιχειώνω
εσύ
στοιχειώνεις
αυτός
στοιχειώνει
εμείς
στοιχειώνουμε
εσείς
στοιχειώνετε
αυτοί
στοιχειώνουν
Аорист
εγώ
στοίχειωσα
εσύ
στοίχειωσες
αυτός
στοίχειωσε
εμείς
στοιχειώσαμε
εσείς
στοιχειώσατε
αυτοί
στοίχειωσαν
Будущее
εγώ
θα στοιχειώσω
εσύ
θα στοιχειώσεις
αυτός
θα στοιχειώσει
εμείς
θα στοιχειώσουμε
εσείς
θα στοιχειώσετε
αυτοί
θα στοιχειώσουν

Примеры

Λέγεται ότι το παλιό κάστρο στοιχειώνεται από πνεύματα.
Говорят, что старый замок преследуют привидения. · They say the old castle is haunted by ghosts.
Τον στοιχειώνουν οι αποτυχίες του παρελθόντος.
Его мучат неудачи его прошлого. · His past failures trouble him.
Η κακή συνείδησή του τον στοίχειωσε για χρόνια.
Его угрызения совести мучили его долгие годы. · His guilty conscience haunted him for years.