Греческий словарь
с грамматикой

στοιχίζω

[stiˈxizo]глаголB1

Значения

1
стоить (иметь определённую цену)
to cost · Πόσο στοιχίζει; — Сколько это стоит?
2
обходиться (требовать затрат)
to require, to entail (a cost or effort) · Αυτό στοιχίζει πολλά χρήματα. — Это требует больших затрат.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στοιχίζω
εσύ
στοιχίζεις
αυτός
στοιχίζει
εμείς
στοιχίζουμε
εσείς
στοιχίζετε
αυτοί
στοιχίζουν
Аорист
εγώ
στοίχισα
εσύ
στοίχισες
αυτός
στοίχισε
εμείς
στοιχίσαμε
εσείς
στοιχίσατε
αυτοί
στοίχισαν
Будущее
εγώ
θα στοιχίσω
εσύ
θα στοιχίσεις
αυτός
θα στοιχίσει
εμείς
θα στοιχίσουμε
εσείς
θα στοιχίσετε
αυτοί
θα στοιχίσουν

Примеры

Αυτό το βιβλίο στοιχίζει δέκα ευρώ.
Эта книга стоит десять евро. · This book costs ten euros.
Πόσο στοιχίζουν τα εισιτήρια;
Сколько стоят билеты? · How much do the tickets cost?
Η συντήρηση του αυτοκινήτου στοιχίζει πολλά.
Обслуживание автомобиля обходится дорого. · Car maintenance is very expensive.
Θα στοιχίσει πολύ χρόνο και χρήμα.
Это потребует много времени и денег. · It will cost a lot of time and money.