στοιβάζω
[stiˈvazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
складывать, укладывать (в кучу или стопку)
to stack, to pile up · στοιβάζω τα κιβώτια — складываю коробки
2
теснить, сжимать (людей в тесном пространстве)
to cram, to crowd (people into a confined space) · στοιβάζουν τους επιβάτες στο λεωφορείο — теснят пассажиров в автобусе
Грамматика
Настоящее время
εγώ
στοιβάζω
εσύ
στοιβάζεις
αυτός
στοιβάζει
εμείς
στοιβάζουμε
εσείς
στοιβάζετε
αυτοί
στοιβάζουν
Аорист
εγώ
στοίβαξα
εσύ
στοίβαξες
αυτός
στοίβαξε
εμείς
στοιβάξαμε
εσείς
στοιβάξατε
αυτοί
στοίβαξαν
Будущее
εγώ
θα στοιβάξω
εσύ
θα στοιβάξεις
αυτός
θα στοιβάξει
εμείς
θα στοιβάξουμε
εσείς
θα στοιβάξετε
αυτοί
θα στοιβάξουν
Примеры
Στοιβάζουν τα κιβώτια ψηλά στην αποθήκη.
Они складывают коробки в высокую кучу на складе. · They stack the boxes high in the warehouse.
Στοίβαξε τα βιβλία στο ράφι με προσοχή.
Он аккуратно уложил книги на полку. · He carefully stacked the books on the shelf.
Δεν θέλω να με στοιβάζουν σαν κοτέτσι στο τρένο.
Я не хочу, чтобы меня теснили как кур в поезде. · I don't want to be crammed like cattle on the train.
Θα στοιβάξουμε όλα τα πράγματα στο φορτηγό.
Мы погрузим всё в грузовик. · We'll load everything onto the truck.