στοίχημα
[ˈstixima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
ставка, пари
bet, wager · κάνω ένα στοίχημα — делаю ставку
2
риск, опасность (переносное)
risk, at stake · το στοίχημα είναι μεγάλο — ставка высока, много на кону
Грамматика
Ед. ч.
им.
το στοίχημα
вин.
το στοίχημα
род.
του στοιχήματος
зват.
στοίχημα
Мн. ч.
им.
τα στοιχήματα
вин.
τα στοιχήματα
род.
των στοιχημάτων
зват.
στοιχήματα
Примеры
Έκανε ένα μεγάλο στοίχημα για τον αγώνα.
Он сделал большую ставку на матч. · He made a big bet on the match.
Ο φίλος μου χάνει πολλά χρήματα στα στοιχήματα.
Мой друг теряет много денег на ставках. · My friend loses a lot of money on bets.
Το στοίχημα της επιχείρησης ήταν η καινοτομία.
Ставка компании была на инновацию. · The company's bet was on innovation.