Греческий словарь
с грамматикой

στιχουργός

[stiˈxurɣos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
стихотворец, поэт (автор стихов)
poet, verse-maker · ο στιχουργός γράφει ποιήματα — поэт пишет стихотворения

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο στιχουργός
вин.
τον στιχουργό
род.
του στιχουργού
зват.
στιχουργέ
Мн. ч.
им.
οι στιχουργοί
вин.
τους στιχουργούς
род.
των στιχουργών
зват.
στιχουργοί

Примеры

Ο στιχουργός Κωστής Παλαμάς είναι πολύ διάσημος.
Поэт Костис Паламас очень знаменит. · The poet Kostis Palamas is very famous.
Οι αρχαίοι Έλληνες στιχουργοί δημιούργησαν αριστουργήματα.
Древнегреческие поэты создали шедевры. · Ancient Greek poets created masterpieces.
Ήταν στιχουργός και φιλόσοφος ταυτόχρονα.
Он был одновременно поэтом и философом. · He was both a poet and a philosopher.