στικάκι
[stiˈkaki]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
наклейка, стикер
sticker · χρωματιστό στικάκι — цветная наклейка
2
липкая записка
sticky note · στικάκι στο τετράδιο — записка на тетради
Грамматика
Ед. ч.
им.
το στικάκι
вин.
το στικάκι
род.
του στικάκι
зват.
στικάκι
Мн. ч.
им.
τα στικάκια
вин.
τα στικάκια
род.
των στικακίων
зват.
στικάκια
Примеры
Τα παιδιά συλλέγουν χρωματιστά στικάκια.
Дети собирают цветные наклейки. · Children collect colorful stickers.
Κόλλησα ένα στικάκι στο λάπτοπ μου.
Я приклеил наклейку на свой ноутбук. · I stuck a sticker on my laptop.
Έχω πολλά στικάκια στο γραφείο μου.
У меня много липких записок на столе. · I have many sticky notes on my desk.