Греческий словарь
с грамматикой

στηρίζω

[sti'rizo]глаголA2

Значения

1
поддерживать, опирать
to support, to prop up · στηρίζω το σκαλί — поддерживаю лестницу
2
основывать, базировать
to base, to found · στηρίζω την απόφαση — основываю решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στηρίζω
εσύ
στηρίζεις
αυτός
στηρίζει
εμείς
στηρίζουμε
εσείς
στηρίζετε
αυτοί
στηρίζουν
Аорист
εγώ
στήριξα
εσύ
στήριξες
αυτός
στήριξε
εμείς
στηρίξαμε
εσείς
στηρίξατε
αυτοί
στήριξαν
Будущее
εγώ
θα στηρίξω
εσύ
θα στηρίξεις
αυτός
θα στηρίξει
εμείς
θα στηρίξουμε
εσείς
θα στηρίξετε
αυτοί
θα στηρίξουν

Примеры

Στηρίζει το παιδί που μαθαίνει να περπατάει.
Она поддерживает ребёнка, который учится ходить. · She supports the child who is learning to walk.
Η γέφυρα στηρίζεται σε δύο πύργους.
Мост опирается на две башни. · The bridge rests on two towers.
Στήριξε την επιχείρηση με δικά του χρήματα.
Он финансировал компанию собственными деньгами. · He funded the business with his own money.
Στηρίζουν τη θέση τους σε στοιχεία.
Они основывают свою позицию на фактах. · They base their position on facts.