Греческий словарь
с грамматикой

στεφανώνω

[stefaˈno]глаголB2

Значения

1
венчать, коронировать (надевать венец, корону)
to crown, to coronar (put a crown or wreath on) · στεφανώνω τον βασιλιά — венчаю короля
2
награждать, удостаивать (признавать достижение)
to award, to honour (recognize achievement) · στεφανώνω τον νικητή — награждаю победителя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στεφανώνω
εσύ
στεφανώνεις
αυτός
στεφανώνει
εμείς
στεφανώνουμε
εσείς
στεφανώνετε
αυτοί
στεφανώνουν
Аорист
εγώ
στεφάνωσα
εσύ
στεφάνωσες
αυτός
στεφάνωσε
εμείς
στεφανώσαμε
εσείς
στεφανώσατε
αυτοί
στεφάνωσαν
Будущее
εγώ
θα στεφανώσω
εσύ
θα στεφανώσεις
αυτός
θα στεφανώσει
εμείς
θα στεφανώσουμε
εσείς
θα στεφανώσετε
αυτοί
θα στεφανώσουν

Примеры

Το πατριαρχείο θα στεφανώσει τον νέο αρχηγό.
Патриархат венчает нового вождя. · The patriarchate will crown the new leader.
Στεφάνωσαν τον πρωταθλητή με δάφνινο στεφάνι.
Они увенчали чемпиона лавровым венком. · They crowned the champion with a laurel wreath.
Το έργο της στεφανώνεται από τα αποτελέσματά του.
Её работа увенчана её результатами. · Her work is crowned by its results.