Греческий словарь
с грамматикой

στερώ

[steˈro]глаголB1

Значения

1
лишать, отнимать (кого-либо чего-либо)
to deprive, to rob (someone of something) · στερώ κάποιον ενός αγαθού — лишаю кого-то блага
2
обходиться без, отказываться от
to do without, to refrain from · στερώ τον εαυτό μου κάτι — отказываю себе в чём-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στερώ
εσύ
στερείς
αυτός
στερεί
εμείς
στερούμε
εσείς
στερείτε
αυτοί
στερούν
Аорист
εγώ
στέρησα
εσύ
στέρησες
αυτός
στέρησε
εμείς
στερήσαμε
εσείς
στερήσατε
αυτοί
στέρησαν
Будущее
εγώ
θα στερήσω
εσύ
θα στερήσεις
αυτός
θα στερήσει
εμείς
θα στερήσουμε
εσείς
θα στερήσετε
αυτοί
θα στερήσουν

Примеры

Δεν θέλω να στερήσω τα παιδιά μας της εκπαίδευσης.
Я не хочу лишать наших детей образования. · I don't want to deprive our children of education.
Στερείται των απαραίτητων πόρων για να συνεχίσει.
Он лишён необходимых ресурсов для продолжения. · He is deprived of the necessary resources to continue.
Δεν πρέπει να στερούμαι τα πάντα για να εξοικονομήσω χρήματα.
Не нужно отказывать себе во всём, чтобы сэкономить деньги. · I shouldn't deny myself everything just to save money.
Η χώρα στερήθηκε του εμπορίου για χρόνια.
Страна была лишена торговли на протяжении многих лет. · The country was deprived of trade for years.