Греческий словарь
с грамматикой

στερεώνω

[stereˈono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
укреплять, делать прочным
to strengthen, to make firm or solid · στερεώνω τα θεμέλια — укрепляю основание
2
закреплять, прикреплять
to fix, to fasten, to secure · στερεώνω ένα καρφί — забиваю гвоздь
3
утверждать, подтверждать
to affirm, to confirm, to establish · στερεώνω τη θέση μας — утверждаю нашу позицию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στερεώνω
εσύ
στερεώνεις
αυτός
στερεώνει
εμείς
στερεώνουμε
εσείς
στερεώνετε
αυτοί
στερεώνουν
Аорист
εγώ
στέρεωσα
εσύ
στέρεωσες
αυτός
στέρεωσε
εμείς
στερεώσαμε
εσείς
στερεώσατε
αυτοί
στέρεωσαν
Будущее
εγώ
θα στερεώσω
εσύ
θα στερεώσεις
αυτός
θα στερεώσει
εμείς
θα στερεώσουμε
εσείς
θα στερεώσετε
αυτοί
θα στερεώσουν

Примеры

Στέρεωσε καλά τις σανίδες με κόχλιες.
Он крепко закрепил доски болтами. · He securely fastened the boards with bolts.
Πρέπει να στερεώσουμε τη θέση μας στην αγορά.
Нам нужно укрепить нашу позицию на рынке. · We need to strengthen our position in the market.
Στερεώνει το ράφι με διπλό τοίχωμα.
Он укрепляет полку двойной стенкой. · He reinforces the shelf with double-wall support.
Τα θεμέλια ήταν ήδη στερεωμένα.
Основания уже были укреплены. · The foundations were already reinforced.