στερεότητα
[stereˈotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
твёрдость, плотность (физическое свойство)
solidity, firmness (physical property) · η στερεότητα του υλικού — твёрдость материала
2
устойчивость, прочность (переносное значение)
steadiness, stability, resilience · η στερεότητα της θέσης — устойчивость позиции
Грамматика
Ед. ч.
им.
η στερεότητα
вин.
τη στερεότητα
род.
της στερεότητας
зват.
στερεότητα
Мн. ч.
им.
οι στερεότητες
вин.
τις στερεότητες
род.
των στερεοτήτων
зват.
στερεότητες
Примеры
Η στερεότητα του χάλυβα καθιστά τον ιδανικό για κατασκευές.
Твёрдость стали делает её идеальной для строительства. · The solidity of steel makes it ideal for construction.
Απαιτείται στερεότητα στη διαπραγμάτευση με τους συνεργάτες.
При переговорах с партнёрами требуется твёрдость. · Firmness is required when negotiating with partners.
Οι ιδιότητες της στερεότητας και της ευλυγισίας είναι σημαντικές.
Свойства твёрдости и гибкости одинаково важны. · The properties of firmness and flexibility are equally important.