στερεοφωνικός
[stereofoniˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
стереофонический, стереофонный
stereophonic, stereo · στερεοφωνικό σύστημα — стереофоническая система
Грамматика
мужской род
им.
στερεοφωνικός
вин.
στερεοφωνικό
род.
στερεοφωνικού
зват.
στερεοφωνικέ
женский род
им.
στερεοφωνική
вин.
στερεοφωνική
род.
στερεοφωνικής
зват.
στερεοφωνική
средний род
им.
στερεοφωνικό
вин.
στερεοφωνικό
род.
στερεοφωνικού
зват.
στερεοφωνικό
Примеры
Αυτό το ηχοσύστημα έχει στερεοφωνικό ήχο.
Эта акустическая система имеет стереофонический звук. · This sound system has stereophonic sound.
Προτιμώ τα στερεοφωνικά ακουστικά για μουσική.
Я предпочитаю стереонаушники для музыки. · I prefer stereo headphones for music.
Η ταινία γυρίστηκε με στερεοφωνικό ήχο.
Фильм был снят в стереозвуке. · The film was shot in stereo sound.