Греческий словарь
с грамматикой

στεγνώνω

[steɣˈnono]глаголA2

Значения

1
сушить, высушивать
to dry, to dry up · στεγνώνω τα ρούχα — я сушу одежду
2
становиться сухим, высыхать
to become dry, to dry (intransitive) · το άλας στεγνώνει — соль высыхает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στεγνώνω
εσύ
στεγνώνεις
αυτός
στεγνώνει
εμείς
στεγνώνουμε
εσείς
στεγνώνετε
αυτοί
στεγνώνουν
Аорист
εγώ
στέγνωσα
εσύ
στέγνωσες
αυτός
στέγνωσε
εμείς
στεγνώσαμε
εσείς
στεγνώσατε
αυτοί
στέγνωσαν
Будущее
εγώ
θα στεγνώσω
εσύ
θα στεγνώσεις
αυτός
θα στεγνώσει
εμείς
θα στεγνώσουμε
εσείς
θα στεγνώσετε
αυτοί
θα στεγνώσουν

Примеры

Στέγνωσα τα μαλλιά μου με το σεσουάρ.
Я высушила волосы феном. · I dried my hair with a hair dryer.
Τα ρούχα στεγνώνουν στον ήλιο.
Одежда сушится на солнце. · The clothes are drying in the sun.
Στέγνωσε το χέρι σου πριν φύγεις.
Высуши руку перед тем как уйдёшь. · Dry your hand before you leave.
Το έδαφος στεγνώνει γρήγορα μετά τη βροχή.
Почва быстро высыхает после дождя. · The soil dries quickly after rain.