στεγνωτήριο
[steɣnoˈtirio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
сушилка (для волос, белья и т.п.)
dryer (for hair, laundry, etc.) · στεγνωτήριο για τα μαλλιά — фен для волос
2
помещение для сушки (сена, табака, фруктов)
drying room or facility · στεγνωτήριο για σταφίδες — сушилка для изюма
Грамматика
Ед. ч.
им.
το στεγνωτήριο
вин.
το στεγνωτήριο
род.
του στεγνωτηρίου
зват.
στεγνωτήριο
Мн. ч.
им.
τα στεγνωτήρια
вин.
τα στεγνωτήρια
род.
των στεγνωτηρίων
зват.
στεγνωτήρια
Примеры
Χρησιμοποίησα το στεγνωτήριο για τα μαλλιά μου.
Я использовал фен для своих волос. · I used the hair dryer on my hair.
Το στεγνωτήριο είναι ένα χρήσιμο όργανο.
Сушилка — это полезный прибор. · The dryer is a useful appliance.
Τα στεγνωτήρια της εταιρείας είναι σύγχρονα.
Сушилки компании современные. · The company's drying facilities are modern.