σταυροδρόμι
[stavroˈðromi]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
перекрёсток
crossroads, intersection · σταυροδρόμι με φανάρια — перекрёсток со светофорами
2
развилка дороги
fork in the road · σταυροδρόμι στη διαδρομή — развилка на пути
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σταυροδρόμι
вин.
το σταυροδρόμι
род.
του σταυροδρομίου
зват.
σταυροδρόμι
Мн. ч.
им.
τα σταυροδρόμια
вин.
τα σταυροδρόμια
род.
των σταυροδρομίων
зват.
σταυροδρόμια
Примеры
Το σταυροδρόμι είναι πολύ επικίνδυνο τη νύχτα.
Перекрёсток очень опасен ночью. · The crossroads is very dangerous at night.
Σταμάτησε στο σταυροδρόμι και περίμενε το πράσινο φως.
Он остановился на перекрёстке и ждал зелёный свет. · He stopped at the crossroads and waited for the green light.
Στα σταυροδρόμια της πόλης υπάρχουν πολλά ατυχήματα.
На перекрёстках города происходит много аварий. · There are many accidents at the city's crossroads.