στατιστικός
[statiˈstikos]прилагательноеB1
Значения
1
статистический, относящийся к статистике
statistical, relating to statistics · στατιστικά δεδομένα — статистические данные
2
статистический (количественно значительный, в большом количестве)
statistical (occurring in large numbers or quantities) · στατιστικά περισσότεροι άνθρωποι — статистически больше людей
Грамматика
мужской род
им.
στατιστικός
вин.
στατιστικό
род.
στατιστικού
зват.
στατιστικέ
женский род
им.
στατιστική
вин.
στατιστική
род.
στατιστικής
зват.
στατιστική
средний род
им.
στατιστικό
вин.
στατιστικό
род.
στατιστικού
зват.
στατιστικό
Примеры
Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν αύξηση της ανεργίας.
Статистические данные показывают рост безработицы. · Statistical data shows an increase in unemployment.
Ο στατιστικός έλεγχος είναι σημαντικός για την ποιότητα.
Статистический контроль важен для качества. · Statistical control is important for quality.
Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ενδιαφέροντα πρότυπα.
Статистический анализ выявил интересные закономерности. · Statistical analysis revealed interesting patterns.