Греческий словарь
с грамматикой

στατικός

[staˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
статический, неподвижный
static, stationary, not moving · στατική ηλεκτρική ενέργεια — статическое электричество
2
статичный, монотонный (о дизайне, композиции)
static, monotonous, lacking dynamism · στατική εικόνα — статичное изображение

Грамматика

мужской род
им.
στατικός
вин.
στατικό
род.
στατικού
зват.
στατικέ
женский род
им.
στατική
вин.
στατική
род.
στατικής
зват.
στατική
средний род
им.
στατικό
вин.
στατικό
род.
στατικού
зват.
στατικό

Примеры

Η στατική ηλεκτρική ενέργεια δημιουργεί το φαινόμενο του σπινθήρα.
Статическое электричество создаёт явление искры. · Static electricity creates the phenomenon of a spark.
Ο σχεδιαστής προτίμησε ένα πιο δυναμικό σχέδιο από το στατικό.
Дизайнер предпочёл более динамичный дизайн статичному. · The designer preferred a more dynamic design to the static one.
Στη φυσική μελετούμε τα στατικά συστήματα ισορροπίας.
В физике мы изучаем статические системы равновесия. · In physics we study static equilibrium systems.