Греческий словарь
с грамматикой

σταματώ

[stamaˈto]глаголA1

Значения

1
останавливаться, прекращаться (о движении или действии)
to stop, to halt (of movement or action) · σταματώ στο φανάρι — остановиться на светофоре
2
останавливать, прекращать (переходный)
to stop, to halt (transitive) · σταματώ το αυτοκίνητο — остановить машину
3
перестать, прекратить (деятельность)
to stop, to quit (an activity) · σταματώ να δουλεύω — перестать работать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σταματώ
εσύ
σταματάς
αυτός
σταματά
εμείς
σταματάμε
εσείς
σταματάτε
αυτοί
σταματάνε
Аорист
εγώ
σταμάτησα
εσύ
σταμάτησες
αυτός
σταμάτησε
εμείς
σταματήσαμε
εσείς
σταματήσατε
αυτοί
σταμάτησαν
Будущее
εγώ
θα σταματήσω
εσύ
θα σταματήσεις
αυτός
θα σταματήσει
εμείς
θα σταματήσουμε
εσείς
θα σταματήσετε
αυτοί
θα σταματήσουν

Примеры

Σταμάτησα το αυτοκίνητό μου στη γωνία.
Я остановил машину на углу. · I stopped my car at the corner.
Μην σταματάς εδώ, είναι απαγορευμένο.
Не останавливайся здесь, это запрещено. · Don't stop here, it's forbidden.
Σταματώ να καπνίζω από αύριο.
Я перестану курить с завтрашнего дня. · I'm going to quit smoking from tomorrow.
Το τρένο σταμάτησε για πέντε λεπτά.
Поезд остановился на пять минут. · The train stopped for five minutes.