Греческий словарь
с грамматикой

σταθμεύω

[staˈθmevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
припарковаться, стоять припаркованным
to park (a vehicle) · το αυτοκίνητο σταθμεύει εδώ — машина припаркована здесь
2
находиться на стоянке, быть припаркованным
to be parked, to remain parked · δεν επιτρέπεται να σταθμεύουν εδώ — припарковаться здесь запрещено

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σταθμεύω
εσύ
σταθμεύεις
αυτός
σταθμεύει
εμείς
σταθμεύουμε
εσείς
σταθμεύετε
αυτοί
σταθμεύουν
Аорист
εγώ
σταθμέυσα
εσύ
σταθμέυσες
αυτός
σταθμέυσε
εμείς
σταθμεύσαμε
εσείς
σταθμεύσατε
αυτοί
σταθμέυσαν
Будущее
εγώ
θα σταθμεύσω
εσύ
θα σταθμεύσεις
αυτός
θα σταθμεύσει
εμείς
θα σταθμεύσουμε
εσείς
θα σταθμεύσετε
αυτοί
θα σταθμεύσουν

Примеры

Στάθμευσα το αυτοκίνητό μου στο γκαράζ.
Я припарковал свою машину в гараже. · I parked my car in the garage.
Δεν μπορείς να σταθμεύεις εδώ αύριο.
Ты не можешь припарковаться здесь завтра. · You cannot park here tomorrow.
Πόσα αυτοκίνητα σταθμεύουν σε αυτό το πάρκινγ;
Сколько машин припаркованы на этой стоянке? · How many cars are parked in this lot?
Θα σταθμεύσω κοντά στο κτίριο.
Я припаркуюсь рядом с зданием. · I will park near the building.