σταθερότητα
[staθeˈrɔtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
устойчивость, стабильность
stability, steadiness · η σταθερότητα της οικονομίας — стабильность экономики
2
постоянство, твёрдость характера
constancy, firmness of character · σταθερότητα στις απόψεις — постоянство во взглядах
3
неподвижность, твёрдость (физическая)
firmness, solidity (physical) · η σταθερότητα ενός κτιρίου — прочность здания
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σταθερότητα
вин.
τη σταθερότητα
род.
της σταθερότητας
зват.
σταθερότητα
Мн. ч.
им.
οι σταθερότητες
вин.
τις σταθερότητες
род.
των σταθεροτήτων
зват.
σταθερότητες
Примеры
Η σταθερότητα των τιμών είναι σημαντική για τους καταναλωτές.
Стабильность цен важна для потребителей. · Price stability is important for consumers.
Χαμε την σταθερότητα του νομίσματος μετά την κρίση.
Мы потеряли стабильность валюты после кризиса. · We lost currency stability after the crisis.
Η σταθερότητα χαρακτήρα είναι αρετή που λίγοι έχουν.
Твёрдость характера — добродетель, которой немногие обладают. · Firmness of character is a virtue few possess.
Προτιμώ τις σταθερότητες και τις βεβαιότητες στη ζωή.
Я предпочитаю постоянство и уверенность в жизни. · I prefer stability and certainty in life.