Греческий словарь
с грамматикой

σταθεροποιώ

[staθeropoˈjo]глаголB2

Значения

1
стабилизировать, делать устойчивым
to stabilize, to make stable · σταθεροποιώ την κατάσταση — стабилизирую ситуацию
2
укреплять (экономику, валюту и т.д.)
to strengthen, to consolidate (economy, currency, etc.) · σταθεροποιώ το νόμισμα — укрепляю валюту
3
закреплять, фиксировать (физически)
to fix, to secure (physically) · σταθεροποιώ τη δομή — закрепляю конструкцию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σταθεροποιώ
εσύ
σταθεροποιείς
αυτός
σταθεροποιεί
εμείς
σταθεροποιούμε
εσείς
σταθεροποιείτε
αυτοί
σταθεροποιούν
Аорист
εγώ
σταθεροποίησα
εσύ
σταθεροποίησες
αυτός
σταθεροποίησε
εμείς
σταθεροποιήσαμε
εσείς
σταθεροποιήσατε
αυτοί
σταθεροποίησαν
Будущее
εγώ
θα σταθεροποιήσω
εσύ
θα σταθεροποιήσεις
αυτός
θα σταθεροποιήσει
εμείς
θα σταθεροποιήσουμε
εσείς
θα σταθεροποιήσετε
αυτοί
θα σταθεροποιήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση σταθεροποιεί την οικονομία με νέες πολιτικές.
Правительство стабилизирует экономику новой политикой. · The government is stabilizing the economy with new policies.
Θα σταθεροποιήσουν τα επιτόκια τον επόμενο μήνα.
Они стабилизируют процентные ставки в следующем месяце. · They will stabilize the interest rates next month.
Σταθεροποίησε τη δομή του κτιρίου με ειδικά υλικά.
Он укрепил конструкцию здания специальными материалами. · He secured the building's structure with special materials.
Οι αποστάσεις σταθεροποιούνται καθώς το σύστημα ωριμάζει.
Расстояния стабилизируются по мере развития системы. · The distances are stabilizing as the system matures.