σταθεροποίηση
[staθeroˈpii.si]существительноеη · женский родC1
Значения
1
стабилизация, установление стабильности
stabilization, making stable · η σταθεροποίηση της οικονομίας — стабилизация экономики
2
закрепление, укрепление (положения, системы)
consolidation, entrenchment · η σταθεροποίηση της εξουσίας — укрепление власти
3
фиксирование, приведение в неподвижное состояние
fixation, securing in place · η σταθεροποίηση της τιμής — фиксирование цены
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σταθεροποίηση
вин.
τη σταθεροποίηση
род.
της σταθεροποίησης
зват.
σταθεροποίηση
Мн. ч.
им.
οι σταθεροποιήσεις
вин.
τις σταθεροποιήσεις
род.
των σταθεροποιήσεων
зват.
σταθεροποιήσεις
Примеры
Η σταθεροποίηση των τιμών είναι απαραίτητη.
Стабилизация цен необходима. · Price stabilization is essential.
Εργάζονται για τη σταθεροποίηση της περιοχής.
Они работают над укреплением положения в регионе. · They are working on stabilizing the region.
Η σταθεροποίηση του συστήματος απαιτεί χρόνο.
Закрепление системы требует времени. · Consolidating the system takes time.
Οι σταθεροποιήσεις αυτές δεν ήταν μόνιμες.
Эти стабилизации не были постоянными. · These stabilizations were not permanent.