Греческий словарь
с грамматикой

σταδιοδρομία

[staðioðroˈmia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
карьера, карьерный путь
career, professional path · μια επιτυχημένη σταδιοδρομία — успешная карьера
2
спортивная карьера, путь спортсмена
athletic career, sports career · η σταδιοδρομία ενός αθλητή — спортивная карьера атлета

Грамматика

Ед. ч.
им.
η σταδιοδρομία
вин.
τη σταδιοδρομία
род.
της σταδιοδρομίας
зват.
σταδιοδρομία
Мн. ч.
им.
οι σταδιοδρομίες
вин.
τις σταδιοδρομίες
род.
των σταδιοδρομιών
зват.
σταδιοδρομίες

Примеры

Ξεκίνησε μια λαμπρή σταδιοδρομία στην τηλεόραση.
Она начала блестящую карьеру на телевидении. · She launched a brilliant career in television.
Η σταδιοδρομία του ήταν γεμάτη επιτεύγματα και αναγνώριση.
Его карьера была полна достижений и признания. · His career was filled with achievements and recognition.
Μετά από σαράντα χρόνια, έκλεισε τις σταδιοδρομίες του με τιμές.
После сорока лет он завершил свою карьеру с честью. · After forty years, he closed his career with honors.
Η σταδιοδρομία του στο ποδόσφαιρο κράτησε δεκαπέντε χρόνια.
Его спортивная карьера в футболе длилась пятнадцать лет. · His football career lasted fifteen years.