στίγμα
[ˈstiɣma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
пятно, отметка, метка
mark, spot, stain · ένα στίγμα στο δέρμα — пятно на коже
2
клеймо, позор, дурная слава
stigma, disgrace, shame · στίγμα στη φήμη του — позор на его репутацию
3
рыльце (в ботанике)
stigma (of a flower) · το στίγμα του λουλουδιού — рыльце цветка
Грамматика
Ед. ч.
им.
το στίγμα
вин.
το στίγμα
род.
του στίγματος
зват.
στίγμα
Мн. ч.
им.
τα στίγματα
вин.
τα στίγματα
род.
των στιγμάτων
зват.
στίγματα
Примеры
Είχε ένα σκούρο στίγμα στο μέτωπό του.
На его лбу было тёмное пятно. · He had a dark mark on his forehead.
Το σκάνδαλο άφησε ένα στίγμα στην καριέρα του.
Скандал оставил пятно позора на его карьере. · The scandal left a stigma on his career.
Τα στίγματα του λουλουδιού έχουν συγκεκριμένη λειτουργία.
Рыльца цветка имеют определённую функцию. · The stigmata of the flower have a specific function.
Αυτός φέρει το στίγμα της αποτυχίας.
Он несёт клеймо неудачи. · He bears the stigma of failure.