Греческий словарь
с грамматикой

στήριγμα

[ˈstiriɣma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
опора, подпорка
support, prop · στήριγμα για το ράφι — опора для полки
2
поддержка, помощь
backing, assistance · στήριγμα από την οικογένεια — поддержка семьи
3
основание, фундамент
foundation, basis · το στήριγμα της κοινωνίας — основа общества

Грамматика

Ед. ч.
им.
το στήριγμα
вин.
το στήριγμα
род.
του στηρίγματος
зват.
στήριγμα
Мн. ч.
им.
τα στηρίγματα
вин.
τα στηρίγματα
род.
των στηριγμάτων
зват.
στηρίγματα

Примеры

Το στήριγμα του σκαλοπατιού είναι σπασμένο.
Поддержка лестницы сломана. · The banister support is broken.
Χρειάζεται στηρίγματα για να μένει όρθιο το δένδρο.
Нужны подпорки, чтобы дерево стояло прямо. · The tree needs props to stay upright.
Η εκπαίδευση είναι το κύριο στήριγμα για την ανάπτυξη.
Образование — главная основа развития. · Education is the main foundation for development.
Του χρειάζονταν τα στηρίγματα της φίλων του.
Ему нужна была поддержка друзей. · He needed the support of his friends.