Греческий словарь
с грамматикой

στήνω

[ˈstino]глаголA2

Значения

1
устанавливать, ставить (палатку, сцену и т.п.)
to set up, to erect, to pitch (a tent, stage, etc.) · στήνω μια σκηνή — ставлю палатку
2
организовать, устраивать (мероприятие, ловушку)
to organize, to set up, to arrange (an event, trap) · στήνω ένα πάρτι — организую вечеринку
3
подготавливать, приводить в порядок
to prepare, to get ready · στήνω το τραπέζι — накрываю стол

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στήνω
εσύ
στήνεις
αυτός
στήνει
εμείς
στήνουμε
εσείς
στήνετε
αυτοί
στήνουν
Аорист
εγώ
έστησα
εσύ
έστησες
αυτός
έστησε
εμείς
στήσαμε
εσείς
στήσατε
αυτοί
έστησαν
Будущее
εγώ
θα στήσω
εσύ
θα στήσεις
αυτός
θα στήσει
εμείς
θα στήσουμε
εσείς
θα στήσετε
αυτοί
θα στήσουν

Примеры

Στήνουμε τη σκηνή στον κάμπο.
Мы устанавливаем палатку в поле. · We are pitching the tent in the field.
Θα στήσει ένα εστιατόριο δίπλα στη θάλασσα.
Он откроет ресторан рядом с морем. · He will open a restaurant by the sea.
Έστησαν παγίδα για τα ποντίκια.
Они поставили ловушку для мышей. · They set a trap for the mice.
Στήνε το τραπέζι για το δείπνο.
Накрой стол к ужину. · Set the table for dinner.