Греческий словарь
с грамматикой

στέκω

[ˈsteko]глаголA2

Значения

1
стоять, стоять на месте
stand, remain standing · στέκει στο δρόμο — стоит на дороге
2
останавливаться (транспорт)
stop, halt (vehicle) · το λεωφορείο στέκει — автобус останавливается
3
держаться, оставаться в силе
hold, remain valid · η συμφωνία στέκει — соглашение остаётся в силе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στέκω
εσύ
στέκεις
αυτός
στέκει
εμείς
στεκόμε
εσείς
στέκετε
αυτοί
στέκουν
Аорист
εγώ
στάθηκα
εσύ
στάθηκες
αυτός
στάθηκε
εμείς
στάθηκαν
εσείς
στάθηκαν
αυτοί
στάθηκαν
Будущее
εγώ
θα στέκω
εσύ
θα στέκεις
αυτός
θα στέκει
εμείς
θα στεκόμε
εσείς
θα στέκετε
αυτοί
θα στέκουν

Примеры

Στέκει στην άκρη του δρόμου και περιμένει.
Он стоит на краю дороги и ждёт. · He stands at the edge of the road and waits.
Το τραίνο στέκει κάθε ώρα εδώ.
Поезд останавливается здесь каждый час. · The train stops here every hour.
Στάθηκε όρθιος για δύο ώρες.
Он стоял на ногах два часа. · He stood for two hours.
Τα όρια ανάμεσα στις δύο χώρες στέκουν ακόμα.
Границы между двумя странами всё ещё существуют. · The borders between the two countries still hold.