Греческий словарь
с грамматикой

στέκομαι

[ˈstɛkome]глаголA2

Значения

1
стоять (в положении стоя)
stand, be standing · στέκομαι όρθιος — я стою прямо
2
находиться, располагаться (о месте)
be located, be situated · το σπίτι στέκεται στο λόφο — дом стоит на холме
3
оставаться, держаться (переносно)
stand firm, hold out · στέκομαι στη θέση μου — я держусь своей позиции

Грамматика

Настоящее время
εγώ
στέκομαι
εσύ
στέκεσαι
αυτός
στέκεται
εμείς
στεκόμαστε
εσείς
στέκεστε
αυτοί
στέκονται
Аорист
εγώ
στάθηκα
εσύ
στάθηκες
αυτός
στάθηκε
εμείς
στάθηκαν
εσείς
στάθηκαν
αυτοί
στάθηκαν
Будущее
εγώ
θα στεκώ
εσύ
θα στεκείς
αυτός
θα στεκεί
εμείς
θα στεκούμε
εσείς
θα στεκείτε
αυτοί
θα στέκουν

Примеры

Στέκεται ακίνητη δίπλα στην πόρτα.
Она стоит неподвижно рядом с дверью. · She's standing motionless by the door.
Το μνημείο στέκεται στην πλατεία εδώ και εκατό χρόνια.
Памятник стоит на площади уже сто лет. · The monument has stood in the square for a hundred years.
Στάθηκαν και περιμένανε το λεωφορείο.
Они стояли и ждали автобус. · They stood waiting for the bus.
Δεν θα στέκεται εδώ παραπάνω.
Он больше здесь не останется. · He won't stay here any longer.