σπουδαιότητα
[spuðeˈotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
важность, значимость
importance, significance · η σπουδαιότητα μιας απόφασης — значимость решения
2
серьёзность, значительность
seriousness, weight, gravity · η σπουδαιότητα του προβλήματος — серьёзность проблемы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σπουδαιότητα
вин.
την σπουδαιότητα
род.
της σπουδαιότητας
зват.
σπουδαιότητα
Мн. ч.
им.
οι σπουδαιότητες
вин.
τις σπουδαιότητες
род.
των σπουδαιοτήτων
зват.
σπουδαιότητες
Примеры
Η σπουδαιότητα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Значимость образования невозможно подвергнуть сомнению. · The importance of education cannot be questioned.
Κατάλαβε τη σπουδαιότητα της στιγμής.
Он понял значимость этого момента. · He grasped the weight of the moment.
Οι ειδικοί τονίζουν την σπουδαιότητα της γρήγορης δράσης.
Эксперты подчёркивают важность быстрых действий. · Experts emphasize the importance of prompt action.
Χωρίς να καταλάβει τις σπουδαιότητες, δεν θα προχωρήσει.
Без понимания значимости вещей он не двинется вперёд. · Without understanding what matters, he won't move forward.