σπιτονοικοκύρης
[spiˌtonikoˈkiris]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
хозяин дома, домовладелец
householder, homeowner, landlord · ο κύριος του σπιτιού — хозяин дома
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σπιτονοικοκύρης
вин.
τον σπιτονοικοκύρη
род.
του σπιτονοικοκύρη
зват.
σπιτονοικοκύρη
Мн. ч.
им.
οι σπιτονοικοκύρηδες
вин.
τους σπιτονοικοκύρηδες
род.
των σπιτονοικοκύρηδων
зват.
σπιτονοικοκύρηδες
Примеры
Ο σπιτονοικοκύρης πρέπει να σηκωθεί νωρίς.
Хозяин дома должен встать рано. · The householder must get up early.
Συνάντησα τον σπιτονοικοκύρη για το ενοίκιο.
Я встретился с хозяином из-за ренты. · I met the landlord about the rent.
Οι σπιτονοικοκύρηδες της γειτονιάς είναι πολύ φιλικοί.
Домовладельцы этого района очень дружелюбны. · The homeowners in this neighbourhood are very friendly.