Греческий словарь
с грамматикой

σπιτονοικοκυρά

[spiˌtonɪokoˈkɪra]существительноеη · женский родB1

Значения

1
хозяйка дома, владелица квартиры
landlady, female householder · η σπιτονοικοκυρά ζητά το ενοίκιο — хозяйка требует арендную плату

Грамматика

Ед. ч.
им.
η σπιτονοικοκυρά
вин.
τη σπιτονοικοκυρά
род.
της σπιτονοικοκυράς
зват.
σπιτονοικοκυρά
Мн. ч.
им.
οι σπιτονοικοκυρές
вин.
τις σπιτονοικοκυρές
род.
των σπιτονοικοκυρών
зват.
σπιτονοικοκυρές

Примеры

Η σπιτονοικοκυρά είναι πολύ αυστηρή με τους ενοικιαστές.
Хозяйка очень строга с арендаторами. · The landlady is very strict with her tenants.
Χθες μίλησα με τη σπιτονοικοκυρά για τις επισκευές.
Вчера я говорил с хозяйкой о ремонтных работах. · Yesterday I spoke with the landlady about repairs.
Της έδωσα το ενοίκιο και η σπιτονοικοκυρά ήταν ευχαριστημένη.
Я заплатил ей аренду, и хозяйка была довольна. · I paid her the rent and the landlady was satisfied.